Η οστεοπόρωση είναι συστηματική σκελετική νόσος η οποία χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και διαταραχή της μικρο-αρχιτεκτονικής των οστών, με αποτέλεσμα τη μείωση της μηχανικής αντοχής των οστών. Το αποτέλεσμα είναι τα κατάγματα λόγω ευθραυστότητας. Με την πάροδο της ηλικίας προκαλούνται κατάγματα χαμηλής ενέργειας, (από πτώση ή γεγονός που σε νέους δεν θα προκαλούσε κάταγμα). Έτσι έχουμε κατάγματα από απλή πτώση από το ύψος της όρθιας θέσης, ή ακόμη και από απλές καθημερινές κινήσεις όπως το σκύψιμο ή το απότομο κάθισμα. Αφορά σημαντικό μέρος του πληθυσμού προσβάλλει 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άνδρες. Με τον όλο και αυξανόμενο μέσο όρο ζωής, τόσο η οστεοπόρωση όσο και οι επιπλοκές της (οστεοπορωτικά κατάγματα) αρχίζουν να λαμβάνουν επιδημικό χαρακτήρα. Πρόκειται γιά πάθηση η οποία χαρακτηρίζεται από χρονιότητα σε όλα της τα στάδια-εκδηλώσεις (πρωτογενής πρόληψη,θεραπεία, θεραπεία και αποκατάσταση των επιπλοκών της (οστεοπορωτικά κατάγματα), δευτερογενής πρόληψη).

Από την 3η δεκαετία της ζωής αρχίζει μία προοδευτική ελλάτωση της οστικής πυκνότητας, η οποία συνεχίζεται εφ’ όρου ζωής. Στις γυναίκες Μετά την εμμηνόπαυση παρατηρείται μεγαλυτέρου βαθμού ελλάτωση της οστικής πυκνότητας (~2-3% κάθε έτος)και σε ένα ποσοστό περίπου 25% η ελλάττωση αυτή είναι μεγαλύτερη (μετ-εμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση). Στην γεροντική ηλικία η ελλάτωση της οστικής πυκνότητας συνεχίζεται και στα δύο φύλλα, ενώ η συνολική απώλεια οστικής μάζας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής εκτιμάται για τις Γυναίκες: ~50% και τους Άνδρες: ~35%. Υπάρχουν διλαφοροι παράγοντες που επιρεάζουν την οστική μάζα, που μπορεί να είναι ορμονικοί, διατροφικοί, περιβαλλοντικοί (ηλιοφάνεια), αλλά και τρόποι ζωής και συνήθειες, όπως είναι η σωματική άσκηση, η κατανάλλωση καφέ, αλκοόλ και το κάπνισμα. Το σημαντικότερο ρόλο για την πρόληψη των επιπλοκών ( οστεοπορωτικά κατάγματα), αποτελεί η πρόληψη των πτώσεων στους ηλικιωμένους (άσκηση, ιατρική βοήθεια σε θέματα αστάθειας, σωστή ιατρική παρακολούθηση των συνοδών παθήσεων, και διόρθωση της όρασης, επαρκής φωτισμός σπιτιού, σωστή τοποθέτηση χαλιών και επίπλων, κτλ).

Η οστεοπόρωση μπορεί να παρουσιάζεται ώς “σιωπηλή” (ασυμπτωματική), ως υποκλινική ( με ήπιο άλγος στον κορμό και απώλεια ύψους λόγω μικροκαταγμάτων των σπονδύλων) ή ως θορυβώδης (μετά από μείζων κάταγμα όπως αυτά του ισχίου, των σπονδύλων και του περιφερικού τμήματος της κερκίδας). Σημαντικό είναι να τονιστούν οι αναστρέψιμοι παράγοντες κινδύνου για οστεοπορωτικό κάταγμα, οι οποίοι είναι η χαμηλή οστική πυκνότητα, η λήψη των κορκικοειδών, οι επαναλαμβανόμενες πτώσεις, το κάπνισμα, ο αλκοολισμός, η έλλειψη οιστρογόνων, η εμμηνόπαυση πρίν τα 45 έτη, η χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου, το χαμηλό σωματικό βάρος και η μικρή ή καθόλου φυσική δραστηριότητα.

Η διάγωνση της νόσου γίανεται με τη λήψη ιστορικού, την κλινική εξέταση, την μέτρηση της οστικής πυκνότητας, τις εξετάσεις αίματος και ούρων και απλές ακτινογραφίες της θωρακικής και οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης.
Η θεραπεία αποτελέιται από ένα συνδιασμό σκευασμάτων και φαρμάκων, από την πρωτογενή πρόληψη των πτώσεων, από την έναρξη συστηματικής άσκησης και από ψυχολογική και πρακτική υποστήρηξη στους ηλικιωμένους.
Αξίζει επίσης να συμειωθέι και η σωστή αντιμετώπιση των οστεοπορωτικών καταγμάτων, που δεν πρέπει να ξεχνιέται η αποκατάσταση του ασθενούς και η δευτερογενής πρόληψη επανακατάγματος, καθότι σε ασθενείς με ιστορικό οστεοπορωτικού κατάγμα, εχουν 2 με 6 φορές περισσότερες πιθανότητες για νέο κάταγμα, σε σύγκριση με αυτούε χωρίς ιστορικό.

Τουζόπουλος Παναγιώτης
Ειδ/μενος Ορθοπαιδικής
ΠΓΝ Έβρου – Αλεξανδρούπολη