Γεγονός είναι εδώ και λίγα 24ωρα η νέα σχολική χρονιά για τους μαθητές όλων των βαθμίδων και οι ευχές για «καλή πρόοδο» δίνουν κα παίρνουν. Ωστόσο, για κάποια παιδιά, πέρα από τις ευχές, χρειάζονται και πράξεις… Ο λόγος για τους μαθητές με αναπηρία, οι οποίοι δεν λαμβάνουν την εξειδικευμένη υποστήριξη που χρειάζονται, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία. Εξαίρεση αποτελεί η ΑΜΘ, με περίπου 6 στους 10 μαθητές να υποστηρίζονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, υπάρχει περιθώριο για βελτίωση της κατάστασης.

Συνολικά, στη χώρα μας, ο μαθητικός πληθυσμός με αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ανερχόταν κατά το σχολικό έτος 2017-2018 σε 90.743 μαθητές, αριθμός που αποτελεί το 6,3% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού της χώρας. Εξ αυτών, το 88% (79.934 μαθητές) φοιτά σε γενικά σχολεία –πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση– και το υπόλοιπο 12% (10.809 μαθητές) σε ειδικά.

Το 57,3% των μαθητών με αναπηρία στα γενικά σχολεία δεν λαμβάνει εξειδικευμένη υποστήριξη από εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής. Ο αριθμός των μαθητών που λαμβάνει εξειδικευμένη υποστήριξη περιορίζεται δραματικά κατά το πέρασμα από το δημοτικό στο γυμνάσιο και εντέλει στο λύκειο, όπου πάνω από το 90% των μαθητών με αναπηρία φοιτά υποστηριζόμενο μόνο από τους εκπαιδευτικούς της τάξης. Το 78% των μαθητών που είχε παράλληλη στήριξη από εξειδικευμένο εκπαιδευτικό υποστηρίχθηκε λιγότερο από 20 ώρες την εβδομάδα και το 37% των μαθητών από μία έως δέκα ώρες.

Η παροχή εξειδικευμένης υποστήριξης στους μαθητές που φοιτούν σε γενικά σχολεία παρουσιάζει σημαντική ανισοκατανομή στις περιφέρειες της χώρας. Στις περιφέρειες Δυτικής Ελλάδας (32,8%), Αττικής (36,2%) και Στερεάς Ελλάδας (39,4%) διαπιστώνονται τα χαμηλότερα σχετικά ποσοστά. Αντίθετα, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις περιφέρειες Βορείου Αιγαίου (58,5%), Ηπείρου (57,7%) και Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης (56,7%).

Η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία χαρακτηρίζει πολύ ανησυχητικά τα ποσοστά των μαθητών που, παρότι φοιτούν σε γενικά σχολεία, δεν λαμβάνουν καμία εξειδικευμένη υποστήριξη, ενώ προσθέτει ότι η πλειονότητα των μέτρων που λαμβάνονται προς την κατεύθυνση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης (προσέγγιση που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης στο εκπαιδευτικό αγαθό όλων των μαθητών) περιορίζεται ως επί το πλείστον στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, «γεγονός που όχι μόνο δεν εξασφαλίζει τη σχολική εξέλιξη των μαθητών με αναπηρία, αλλά αναχαιτίζει την πραγματική δυνατότητα κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης στο μέλλον». Και τονίζει: «Ολα αυτά απαιτούν γενναία αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης και ριζικές τομές στη βάση εθνικού σχεδίου δράσης για την ουσιαστική μετάβαση σε ένα σχολείο για όλους τους μαθητές».