Από τα Ανώγεια ώς τη Λάρισα ο πονοκέφαλος του Μαξίμου

Η αυριανή νέα δημόσια εμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή στη Λάρισα, η σαφής διαφοροποίηση της Όλγας Κεφαλογιάννη και οι αποστάσεις του Νίκου Δένδια για τις υποκλοπές

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται αύριο Κυριακή άλλη μία δημόσια παρουσία του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, ο οποίος θα παρευρεθεί στην παρουσίαση του βιβλίου του διευθυντή της εφημερίδας «Eστία», Μανώλη Κοττάκη, «Οι απόρρητοι φάκελοι Καραμανλή» (εκδόσεις Λιβάνη) στη Λάρισα.

Ο κ. Καραμανλής, ο οποίος εδώ και καιρό έχει πυκνώσει πολύ αισθητά τις εμφανίσεις του, πρόκειται να παραστεί στην εκδήλωση αλλά τίποτα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μιλήσει, εφόσον κρίνει ότι επιθυμεί να πραγματοποιήσει και νέα παρέμβαση σχετικά με τις εξελίξεις της επικαιρότητας, μετά την ομιλία του στα Ανώγεια της Κρήτης τον περασμένο Αύγουστο, όπου, ως γνωστόν, απέρριψε συνολικά το αφήγημα του Κυριάκου Μητσοτάκη στο σκάνδαλο των υποκλοπών.

Ενα ενδεχόμενο που σίγουρα δημιουργεί άγχος στο μέγαρο Μαξίμου, το οποίο ασφαλώς θα έχει αύριο στραμμένο το βλέμμα στην εκδήλωση αυτή. Θυμίζουμε ότι την περασμένη εβδομάδα τον Κώστα Καραμανλή επισκέφτηκε στο γραφείο του η Ντόρα Μπακογιάννη. Και πέραν του γεγονότος ότι η κ. Μπακογιάννη σε τακτά χρονικά διαστήματα βλέπει τον πρώην πρωθυπουργό και ανταλλάσσουν απόψεις για μια σειρά θεμάτων όπως τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, η επίσκεψη αυτή λειτούργησε και ως προσπάθεια να γεφυρωθεί το βαθύ ρήγμα μεταξύ του Κ. Καραμανλή και του Κυρ. Μητσοτάκη αναφορικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών. Αλλά βέβαια, ασφαλείς πληροφορίες ανέφεραν μετά τη συνάντηση ότι ο πρώην πρωθυπουργός εμμένει στις απόψεις του για τις υποκλοπές όπως τις διατύπωσε στα Ανώγεια, στην εκδήλωση για τα 10 χρόνια από τον θάνατο του Ιωάννη Κεφαλογιάννη.

Φυσικά στην εκδήλωση αυτή, που πραγματοποιήθηκε ως πολιτικό μνημόσυνο για τον πατέρα της, είχε μιλήσει και η Ολγα Κεφαλογιάννη, η οποία με όλες τις δημόσιες παρεμβάσεις της έχει συνταχθεί με τις απόψεις Καραμανλή στο θέμα των υποκλοπών, παίρνοντας πολύ καθαρή θέση κατά της χρήσης του «απορρήτου» της δράσης των μυστικών υπηρεσιών για τη συγκάλυψη του σκανδάλου. Αυτή η καθαρή θέση της είναι προφανές ότι προκαλεί μεγάλη ενόχληση στο Μαξίμου και τη βάζει στο στόχαστρο μιας επιχείρησης απαξίωσής της με προσωπικές επιθέσεις από φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης και φιλομητσοτακικούς αρθρογράφους που συνεχιζόταν ακόμα και προχθές.

Αφορμή για τις τελευταίες αυτές επιθέσεις σε βάρος της υπήρξε η προ ημερών τηλεοπτική της παρέμβαση (Open, 15.11.2022), κατά την οποία η κ. Κεφαλογιάννη επανέλαβε, με πολύ εμφατικό τρόπο, τη σαφή διαφοροποίησή της από την πρωθυπουργική γραμμή στο ζήτημα των υποκλοπών, διαμηνύοντας ότι «το θέμα του απορρήτου πλέον δεν μπορεί κανείς να το επικαλείται. Ολοι οι συνταγματολόγοι της χώρας έχουν αποφανθεί επ’ αυτού ότι προφανέστατα, ειδικά στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας που εκ του κανονισμού της Βουλής έχει το δικαίωμα του ελέγχου, δεν μπορεί να επικαλείται κανείς το απόρρητο». Μήνυμα που έχει ασφαλώς αποδέκτη το μέγαρο Μαξίμου, το οποίο, ως γνωστόν, επιμένει να κρύβεται πίσω από το απόρρητο.

«Είναι ανατριχιαστικό»

Τι άλλο είπε εκεί η Ολγα Κεφαλογιάννη; Ρωτήθηκε αναφορικά με τα τελευταία αποκαλυπτικά δημοσιεύματα, όπως αυτό του «Inside Story» σχετικά με την αγορά του Predator από την ελληνική πλευρά, που κρύφτηκε μέσα σε άλλη σύμβαση της ΕΥΠ, και την εγκατάστασή του σε χώρο που ελέγχει η κυβέρνηση, αλλά και τα δημοσιεύματα του «Documento» με τις λίστες των παρακολουθούμενων, και απάντησε ότι η υπόθεση πρέπει να διαλευκανθεί και πως «μου λέτε πράγματα τα οποία κι εγώ τα διαβάζω. Κι εμένα προφανώς όταν διαβάζω κάτι τέτοιο, κι εγώ ήμουνα σε μία από τις λίστες. Είναι ανατριχιαστικό να σκεφτεί κανείς ότι μπορεί, όχι ένας πολιτικός, ο οποιοσδήποτε πολίτης να μπορεί να παρακολουθείται από αυτά τα κακόβουλα λογισμικά. Αυτά είναι πέρα από κάθε φαντασία ότι μπορεί να έχουν συμβεί. Προφανώς και θέλουμε όλοι να μάθουμε πώς έγιναν. Και, ξέρετε κάτι, το χειρότερο απ’ όλα είναι το εξής: Αν έγιναν, ποιος ακριβώς έχει αυτή τη στιγμή υλικό από τις όποιες καταγραφές έχουν γίνει; Δηλαδή τι θέλουμε να συζητάμε εδώ; Οτι μπορεί ο οποιοσδήποτε να μπορεί να προβεί σε εκβιασμούς ή άλλου είδους έκνομες ενέργειες; Είναι ανατριχιαστικό να το σκεφτεί κανείς και γι’ αυτό και πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε την άκρη του νήματος».

Διαβάστε ακόμη  Πλειστηριασμοί: "Φρένο" σε κατασχέσεις για τραπεζικά χρέη μικρότερης αξίας των ακινήτων

Τοποθέτηση που είναι σαφές ότι καθόλου δεν αποκλείει ούτε ότι τα δημοσιεύματα ευσταθούν ούτε βέβαια και τις ευθύνες του μεγάρου Μαξίμου στην υπόθεση. Αλλά αίσθηση προκάλεσε και η τελευταία σχετική δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια, ο οποίος ως γνωστόν κρατάει τις αποστάσεις του από την πρωθυπουργική γραμμή στις υποκλοπές με το να επιλέγει να κατατάσσει τον εαυτό του στα προβεβλημένα στελέχη του κόμματος που δεν βγαίνουν δημοσίως να την υποστηρίξουν. Ο κ. Δένδιας λοιπόν θέλησε από τις Βρυξέλλες να πει ότι «η συνεργασία μου με τον πρωθυπουργό είναι μια συνεργασία διαρκής και χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Εχει παράξει άλλωστε απτά αποτελέσματα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής στην πιο δύσκολη περίοδο», αλλά για το θέμα των υποκλοπών περιορίστηκε να δηλώσει μόνο ότι «με καλύπτει απολύτως η διαβεβαίωση του πρωθυπουργού ότι θα χυθεί άπλετο φως». Πουθενά δεν απέκλεισε έτσι ότι παρακολουθήθηκε ο ίδιος και τα άλλα πρόσωπα, αποδίδοντας όλες τις ευθύνες στον πρωθυπουργό.

Το νομοσχέδιο

Και μέσα σε όλα αυτά το μέγαρο Μαξίμου, ψάχνοντας ένα πυροτέχνημα για να μεταθέσει τη συζήτηση από τις ευθύνες του στο θεσμικό πλαίσιο, έθεσε σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για τη λειτουργία της ΕΥΠ, το οποίο όμως περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά επιχειρεί να λύσει, αφού πάει να νομοθετήσει πια την ίδια τη συγκάλυψη. Με πιο χοντρό το γεγονός ότι αντί επαναφοράς του πλαισίου που ίσχυε πριν από τη διαβόητη κυβερνητική τροπολογία του 2021 -η οποία απαγόρευσε με αναδρομική ισχύ τη δυνατότητα γνωστοποίησης των υποκλοπών στους θιγόμενους που παρακολουθούνταν για λόγους «εθνικής ασφάλειας»- προβλέπει ότι το θύμα θα μπορεί να ενημερωθεί μόνο τρία χρόνια μετά τη λήξη της παρακολούθησης και μόνο ύστερα από απόφαση τριμελούς οργάνου με τη συμμετοχή του διοικητή της ΕΥΠ και του εισαγγελέα που αποφάσισαν την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και μόνο για την ίδια την παρακολούθηση και τη διάρκειά της και όχι για τους λόγους της. Αν όλα αυτά δεν έχουν στόχο τη διασφάλιση της ομερτά, τι άλλο έχουν;

Πηγή: efsyn.gr