Στον «βωμό» της πανδημίας θυσιάζεται το ανθρώπινο άγγιγμα, καθώς σύμφωνα με την ετυμηγορία των επιστημόνων τα φιλιά, οι αγκαλιές αλλά και οι χειραψίες κρίνονται ένοχα για τη διασπορά του νέου κορωνοϊού. Η επικοινωνία, οι εκδηλώσεις τρυφερότητας, οι συνεστιάσεις με φίλους, ακόμη και τα χαμόγελα «αναστέλλονται» επ’ αόριστον ή κρύβονται πίσω από προστατευτικές μάσκες, με νέους κανόνες και απαγορευτικά να διέπουν την «επόμενη μέρα» που ξημερώνει σε λιγότερο από δύο 24ωρα.

Πέντε χρόνια πριν – όταν η απειλή μίας πανδημίας παρέμενε υπόθεση επιστημονικού ενδιαφέροντος και αναλυόταν σε ιατρικά συνέδρια και ακαδημαϊκές διατριβές – επιστήμονες του Johns Hopkins προειδοποιούσαν ότι το 80% των μολυσματικών ασθενειών μεταδίδεται με την επαφή.

Και παρότι τους τελευταίους δύο μήνες τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων έχουν «στοχοποιήσει» τις ανθρώπινες επαφές ως το απόλυτο όχημα μετάδοσης, διαπιστώνει κανείς ότι οι προειδοποιήσεις αυτές ήταν μόνο μία εισαγωγή για τις αλλαγές που ορίζει η νέα καθημερινότητα.

«Οσο ήμασταν σε συνθήκες καραντίνας θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ήταν ασφαλές στο στενό οικογενειακό περιβάλλον να υπάρχουν εναγκαλισμοί. Από τη Δευτέρα όμως και καθώς σταδιακά οι πολίτες θα επιστρέφουν στις υποχρεώσεις τους, θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους μας ως πιθανά κρούσματα και αντίστοιχα να συμπεριφερόμαστε στους άλλους όπως στην περίπτωση που θα είχαμε μολυνθεί», εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο Δημήτριος Παρασκευής, αναπληρωτής καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στο ΕΚΠΑ.

Και προσθέτει ότι ιδίως εάν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον υπάρχουν άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, οι κανόνες από την ερχόμενη Δευτέρα γίνονται ακόμη πιο ανελαστικοί.

Τα «πρέπει», που αποτελούν προϋπόθεση για το πολυπόθητο «restart» της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι πολλά και εξουθενωτικά υπό την έννοια ότι το κάθε μας λάθος κοστίζει.

Κανόνες

Η χρήση μάσκας σε κλειστούς – δημόσιους και ιδιωτικούς – χώρους με συγχρωτισμό κρίνεται απαραίτητη, ενώ γίνεται υποχρεωτική στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η απόσταση παραμένει σημείο – κλειδί, με το 1,5 μέτρο να ορίζεται από τους ειδικούς ως ικανοποιητική «ζώνη ασφαλείας». Ο συχνός καθαρισμός των χεριών με σαπούνι και νερό ή αντισηπτικό γίνεται ακόμη πιο επιτακτικός, ενώ η απολύμανση των επιφανειών θα πρέπει να γίνει ρουτίνα, με τα χέρια να μένουν μακριά από το πρόσωπο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Γιατί είναι κρίσιμες οι επόμενες 15 μέρες για τον έλεγχο της πανδημίας – Οι εξηγήσεις Τσιόδρα

Ακόμη και οι έξοδοί μας, όταν αισίως επαναλειτουργήσουν οι καφετέριες και τα εστιατόρια, θα είναι διαφορετικές καθώς σε κάθε τραπέζι θα υπάρχει ο «κόφτης» των τεσσάρων ατόμων. Και όταν επιστρέφουμε στο σπίτι μας, μία ακόμη ιεροτελεστία θα γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, αφήνοντας τα παπούτσια έξω από την είσοδο και αφαιρώντας άμεσα τα ρούχα για να αεριστούν επί ώρες στο μπαλκόνι.

Και παρότι αρχικά η εξίσωση μοιάζει απλή, στην πράξη ενδέχεται να είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκη. Ας πάρουμε το παράδειγμα μίας μητέρας που επιστρέφει στην εργασία της ή ενός εφήβου που κάθεται και πάλι στο θρανίο. Στην περίπτωση αυτή, ο βαθμός δυσκολίας κορυφώνεται και τα «μη» κινδυνεύουν να ακυρωθούν στην πράξη.

Παράδειγμα

Παρ’ όλα αυτά, επιδημιολόγοι και λοιμωξιολόγοι, επιχειρώντας να δώσουν απάντηση, επιμένουν ότι θα πρέπει κανείς να συνυπολογίζει το ρίσκο. Και απαντούν με ένα ακόμη παράδειγμα: «Ενας άνθρωπος που εργάζεται σε περιβάλλον με υψηλό κίνδυνο έκθεσης – π.χ. σε νοσοκομείο – οφείλει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα απολύμανσης και προφύλαξης (και) εντός σπιτιού».

Κάπως έτσι, η «καχυποψία» θα πρέπει να μας ακολουθεί σε κάθε βήμα, δεδομένου ότι η υψηλή μολυσματικότητα δεν είναι το μοναδικό ισχυρό όπλο του SARS-CoV-2, ούτε ότι είναι αόρατος.

Αντιθέτως, ένα από τα πλέον καταστροφικά χαρακτηριστικά του είναι ότι δεν εμφανίζουν συμπτώματα όλοι οι ασθενείς που μολύνει, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ένα «τυφλό» πεδίο μετάδοσης. «Η χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους υψηλού συγχρωτισμού αλλά και η τήρηση αποστάσεων είναι μέτρα που λαμβάνονται ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση από ασυμπτωματικούς», σημειώνει ο  Παρασκευής. Και συμπληρώνει ότι «εάν τηρήσουμε τα μέτρα, αν αποφύγουμε τον υψηλό συγχρωτισμό, τότε ο κίνδυνος θα παραμείνει μικρός».

Το αμέσως επόμενο ερώτημα είναι «για πόσο;», όμως η απάντηση γεννά νέα ερωτηματικά. «Ο ιός αυτός είναι πιθανόν να προκαλέσει μικροεπιδημίες ή πανδημίες για πολύ καιρό ακόμη – οι επιστήμονες του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ έχουν κάνει δυσοίωνες προβλέψεις εκτιμώντας ότι ο νέος ιός θα μας απειλεί για τα επόμενα δύο με τρία χρόνια», τονίζει ο καθηγητής Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας του ΕΚΠΑ Σπύρος Ζακυνθινός.

Ο ίδιος, χωρίς περιστροφές, περιγράφει μία κατάσταση πρωτόγνωρη: «Εχει αλλάξει ριζικά η καθημερινότητα στη νοσοκομειακή φροντίδα, ενώ νέοι όροι έχουν μπει και στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας», αναλύει, δίνοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα – την απουσία συνοδών, ακόμη και όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο νοσηλεύεται ή κλείνει ένα κρίσιμο ραντεβού με τον γιατρό του.