Το «Κ» ταξιδεύει στα παραμεθόρια χωριά του βόρειου Έβρου, που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα τον περασμένο Φεβρουάριο και τώρα είναι αντιμέτωπα με μια δεύτερη, διαδοχική κρίση, την οποία πάντως αντιμετωπίζουν με χαμόγελο και αναπάντεχη πειθαρχία.

Η ξαφνική καλοκαιρία πρέπει να αναστάτωσε και τους πελαργούς. Το χαρακτηριστικό τους κροτάλισμα, που φτάνει σαν μακρινός αντίλαλος από τις όχθες του ποταμού, διαπερνά όλα τα χωριά της παραμεθόριας ζώνης του βόρειου Έβρου· είναι τα ίδια χωριά που τον περασμένο Φεβρουάριο βρέθηκαν από τη μία μέρα στην άλλη στην πρώτη γραμμή μιας εκρηκτικής επικαιρότητας, εξαιτίας της τεχνητής κρίσης που δημιούργησε η απόφαση του Ταγίπ Ερντογάν να προτρέψει λίγες χιλιάδες απελπισμένους ανθρώπους να περάσουν μαζικά στο ελληνικό έδαφος.

Μας χωρίζουν μόνο έξι εβδομάδες από εκείνες τις γεμάτες ένταση ημέρες, κι ας μοιάζουν με… αιώνα με τα όσα έχουν μεσολαβήσει. Για τους κατοίκους στις Καστανιές (το τελευταίο χωριό πριν το κλειστό πια τελωνείο), στη Νέα Βύσσα, αλλά και πιο νότια, στο Πύθιο και στο Πραγγί, η επιστροφή στην αγροτική ρουτίνα υπήρξε σταδιακή και θα ήταν απολύτως ομαλή αν δεν συνέπιπτε με το ξέσπασμα της φοβερής και τρομερής πανδημίας, που έκλεισε ομφαλούς της τοπικής κοινωνικής ζωής, όπως τα καφενεία και οι εκκλησίες. Αν για τον κάτοικο της Αθήνας και των άλλων ελληνικών πόλεων το φετινό Πάσχα βιώνεται ως μη Πάσχα, για τους ανθρώπους στις εσχατιές της ελληνικής επικράτειας είναι κάτι μάλλον ακατάληπτο, που καταργεί σχεδόν φυσικούς νόμους του κύκλου της ζωής. Το «Κ» επέστρεψε στα χωριά του βόρειου Έβρου και συνάντησε ανθρώπους που συνεχίζουν τη ζωή τους, που στρέφονται στη γη με μεγαλύτερη θέρμη (αρκετοί για να μετριάσουν τις οικονομικές συνέπειες που φέρνει ο κορονοϊός στους τομείς του τουρισμού και των υπηρεσιών) και ταυτόχρονα δείχνουν απροσδόκητο, ίσως, πνεύμα συλλογικής πειθαρχίας στα αυστηρά μέτρα του τελευταίου μήνα. «Εμείς ξέρουμε από απομόνωση», λένε με νόημα.

Φανή Μπαχαρίδου, Νέα Βύσσα
«Το τηλέφωνο της Προέδρου της Δημοκρατίας μάς άγγιξε πολύ»

Η Φανή Μπαχαρίδου (αριστερά) μαζί με την Ζωή Κεσογλιδου και την Δήμητρα Τζιορόδου στην εμπροσθοφυλακή για την παραγωγή χιλιάδων υφασμάτινων μασκών.

Όταν στις 3 Απριλίου χτύπησε το τηλέφωνό της και άκουσε μια άγνωστη φωνή να της λέει ότι καλεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας, η Φανή Μπαχαρίδου (στη μέση της φωτογραφίας) πίστευε στην αρχή ότι κάποιος συγχωριανός τής κάνει πλάκα. «Ήταν μια μέρα με πολλή δουλειά, πνιγόμουν κυριολεκτικά, και έλεγα από μέσα μου ”αχ και δεν έχω ώρα για φάρσες”, αλλά περίμενα να δω πού θα πάει όλο αυτό. Όμως ο άνθρωπος μιλούσε πολύ σοβαρά και με ρώτησε αν θα μπορούσε να μου τηλεφωνήσει η Πρόεδρος της Δημοκρατίας». Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η Φανή Μπαχαρίδου είναι εδώ και 30 χρόνια επικεφαλής του Συλλόγου Γυναικών Νέας Βύσσας. Από εδώ και με την καλή της φίλη Δήμητρα Τζιορίδου (δεξιά στη φωτογραφία) ξεκίνησε μια πρωτοβουλία τοπικών συλλόγων της ευρύτερης περιοχής (ακολούθησαν οι αντίστοιχοι Σύλλογοι Γυναικών Ριζίων και Στέρνας και οι επιμορφωτικοί – πολιτιστικοί σύλλογοι στην Καβύλη και στον Σάκκο) να φτιάξουν μόνες τους χιλιάδες υφασμάτινες μάσκες (η παραγωγή έχει ξεπεράσει τα 7.000 κομμάτια!) και να τις διαθέσουν όπου υπάρχει ανάγκη: από την αστυνομία, τον στρατό, την τροχαία και τα νοσοκομεία μέχρι το ΕΚΑΒ, τις δημόσιες υπηρεσίες, τα γηροκομεία και τους απόρους. «Ανοίξαμε τα σεντούκια και αξιοποιήσαμε τους χασέδες (σ.σ. τοπικό ύφασμα υψηλής προστασίας, που χρησιμοποιείται και για την προστασία του προσώπου σε αγροτικές εργασίες) από τα προικιά μας, κυρίως σεντόνια», μου εξηγεί η Φανή Μπαχαρίδου, η οποία δεν μπορεί να ξεχάσει την πρωτοβουλία της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου. «Δεν ήταν ένα τυπικό τηλεφώνημα, το αισθάνθηκα από το πρώτο λεπτό. Μιλούσαμε για δέκα ολόκληρα λεπτά. Πρέπει να μου είπε οκτώ ή και περισσότερες φορές ότι “παίρνουμε δύναμη από εσάς”, ότι είναι περήφανη για τις γυναίκες της Θράκης, γιατί έχει και η ίδια καταγωγή από τη Θράκη, ήξερε λεπτομέρειες, τι να σας πω, αυτό το τηλέφωνο μας άγγιξε πολύ». Τα προεδρικά συγχαρητήρια αφορούσαν και την κινητοποίηση των γυναικών τις δύσκολες ημέρες της κρίσης στα σύνορα. «Ξέρετε, όλα αυτά τα παιδιά που και τότε και τώρα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή είναι δικά μας παιδιά. Θα ήταν ποτέ δυνατόν να τα αφήσουμε έτσι;»

Βαγγέλης Λιολιούδης, Πραγγί
«Ο ιός δεν έχει επηρεάσει ακόμα τα χωράφια μας»


«Δεν το έχω μετανιώσει καθόλου», μου λέει με αυτοπεποίθηση ο νέος αγρότης και πατέρας δύο παιδιών από το Πραγγί. Τον έχω μόλις ρωτήσει για την επιλογή του να επιστρέψει μετά τις σπουδές Γεωπονικής στο χωριό όπου μεγάλωσε και να φτιάξει οικογένεια εδώ. Δεν συναντάς πολλούς τριαντάρηδες στα χωριά του βόρειου  Έβρου, και ο 33χρονος Βαγγέλης το ξέρει αυτό. «Ήταν μια συνειδητή επιλογή», επαναλαμβάνει, αν και τα προβλήματα δεν λείπουν. «Δεν έχουμε ποτιστικές εγκαταστάσεις, το κόστος παραγωγής είναι υψηλό και οι τιμές διάθεσης χαμηλές, χρειάζεται αναδασμός για να μη χάνεις χρόνο και χρήμα». Ο κορονοϊός δεν έχει επηρεάσει τη δουλειά «ακόμα» (το τονίζει). Η ένταση στα σύνορα τον τρόμαξε, γιατί, όπως λέει, «ξύπνησε ένα κλίμα μίσους». Πώς το εννοεί; «Προφανώς θέλω να φυλάσσονται τα σύνορα, και είναι αλήθεια ότι τώρα φυλάσσονται, ίσως για πρώτη φορά. Αλλά τόσα χρόνια βλέπαμε όλους αυτούς τους ανθρώπους να περνάνε με τα παιδάκια τους και ο κόσμος εδώ βοηθούσε. Πότε πρόλαβαν και έγιναν μέσα σε μία μέρα όλοι αυτοί οι άνθρωποι εγκληματίες;» αναρωτιέται. Όσο για τις μέρες του Πάσχα, το πρόβλημα για τον ίδιο δεν είναι τόσο η εκκλησία, αλλά η κλειστή ταβέρνα. «Δεν μπορώ να σε κεράσω ένα τσίπουρο, κι αυτό είναι σοβαρό», λέει και χαμογελάει με την καρδιά του.

Στέφανος και Δημήτρης Κομπίλης, Νέα Βύσσα
«Όταν πέσει ο ήλιος, δεν κυκλοφορεί ψυχή»

Πετύχαμε τον Στέφανο Κομπίλη στο χωράφι, μαζί με τον γιο του Δημήτρη. Είναι η εποχή του ποτίσματος των σκόρδων, δημοφιλούς καλλιέργειας στον Έβρο. Η οικογένεια ασχολείται και με τα σπαράγγια, που επίσης είναι η εποχή τους. Για τον ίδιο το πρόβλημα δεν είναι τόσο ο κορονοϊός («δεν έχουμε κρούσματα εδώ πάνω, μόνο ένας παππούς αρρώστησε σε ένα χωριό κοντά στο Διδυμότοιχο κι ευτυχώς έγινε γρήγορα καλά ο άνθρωπος»), αλλά τα μέτρα και η σπουδή που δείχνουν τα όργανα της τάξης για την εφαρμογή τους. «Εμείς έχουμε πρόβλημα με τους εργάτες μας, που είναι κυρίως Βούλγαροι, οι οποίοι δεν γνωρίζουν ελληνικά και οι άνθρωποι θέλουν μετά το χωράφι να πάνε να ψωνίσουν κάτι στο σούπερ μάρκετ ή να καθίσουν λίγο στην πλατεία, όπου έχει δωρεάν Ίντερνετ για να μιλήσουν με τους δικούς τους. Και η αστυνομία τούς κυνηγάει διαρκώς και πέφτουν τα πρόστιμα το ένα πίσω από το άλλο». Τα γεγονότα του Φεβρουαρίου μοιάζουν μακριά, αλλά έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους: «Πρακτικά η ροή προσφύγων και μεταναστών έχει μηδενιστεί. Αυτό το βλέπουμε για πρώτη φορά τα τελευταία 20 χρόνια. Εγώ προχθές είδα σε ένα χωράφι δύο τρία άτομα, ύστερα από πολύ καιρό, κρύφτηκαν γρήγορα, δεν τους ξαναείδα. Μόλις και πριν από έξι μήνες βλέπαμε γκρουπ είκοσι και τριάντα ανθρώπων να περπατάνε στους δρόμους». Όσο για την κοινωνική ζωή στο χωριό, «πάει αυτή, ξεχάστε την», μας λέει ο κύριος Στέφανος. «Είχαμε τέσσερα καφενεία, τώρα λειτουργεί μόνο το ένα, κι αυτό για να παίρνεις τον καφέ στο χέρι… Όταν πέφτει ο ήλιος, δεν βλέπεις ψυχή, δεν κυκλοφορεί τίποτα, ο κόσμος έχει φοβηθεί».

Μαρία Γαβρανίδου, Καστανιές
«Οι κρίσεις είναι ευκαιρία για να βγούμε από τον μικρόκοσμό μας»

Διαβάστε ακόμη  Προκλητική πρόταση Πέτροβιτς- Ζήτησε να δοθεί η δυνατότητα στην σύμβουλο του να σχολιάζει στην τηλεόραση

Μέχρι τις αρχές του χρόνου, το βενζινάδικο που διατηρεί η οικογένεια της Μαρίας Γαβρανίδου στις Καστανιές ήταν η τελευταία ελληνική επιχείρηση που συναντούσε κανείς πριν περάσει στην Τουρκία. «Ή η πρώτη αν έμπαινες στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση», μου αντιτείνει με χαμόγελο. Έχει δίκιο, φυσικά. Εξαρτάται πάντα από πού βλέπεις τα πράγματα. Από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν έκλεισαν το τελωνείο και το πέρασμα από τις Καστανιές, ήταν φυσικό η κίνηση να περιοριστεί σημαντικά. Είχε αυτή η αλλαγή αντίκτυπο στη δουλειά της; «Όχι τόσο μεγάλο όσο φαντάζεται κανείς, γιατί πολλοί συντοπίτες μας ταξίδευαν στην Τουρκία και στη Βουλγαρία για να προμηθευτούν καύσιμα σε καλύτερες τιμές, επομένως η ζημιά είναι σχετικά περιορισμένη». Η Μαρία θυμάται πολύ καλά την περίοδο των επεισοδίων: «Στην αρχή πανικοβλήθηκα, σκεφτόμουν πού θα πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι». Δεν έχει κάτι εναντίον τους: «Πριν από όλη αυτή την ιστορία οι περισσότεροι ήταν ήσυχοι, είχαμε μόνο μεμονωμένα περιστατικά κλοπών ή διαρρήξεων». Τώρα ετοιμάζεται για το πιο περίεργο Πάσχα της ζωής της, ελέω κορονοϊού. «Ξέρετε, για μας εδώ είναι σημαντικές αυτές οι γιορτές, γιατί ζωντανεύει ο τόπος». Στα χωριά, λέει, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση στα μέτρα, «πιο πολύ από την Ορεστιάδα», αλλά η ίδια δεν παραπονιέται για τις ημέρες της καραντίνας: «Να έχουμε υγεία, να βγούμε από όλο αυτό έχοντας κερδίσει κάτι. Γιατί πιστεύω ότι οι μεγάλες κρίσεις είναι μια ευκαιρία να βγούμε λίγο από τον μικρόκοσμό μας, να αναζητήσουμε τις δικές μας αλήθειες, να σκεφτούμε τι έχει πραγματικά σημασία. Δόξα τω Θεώ, ελπίζω να έχουμε μπροστά μας Πάσχα για να τα γιορτάσουμε με την ψυχή μας».

Κώστας Ντότης, Καστανιές  
«Εμείς ξέρουμε από απομόνωση»

Ψαράς και αγρότης μαζί, ο 55χρονος Κώστας Ντότης φωτογραφίζεται μέσα στη βάρκα του στον παραφουσκωμένο από τις τελευταίες δυνατές βροχές Άρδα, παραπόταμο του Έβρου. Από το χωριό του, τις Καστανιές, οι όχθες του ποταμού είναι ζήτημα να απέχουν 200 μέτρα. Τον ρωτάω αν έχει «κίνηση» από απέναντι και μου κάνει ένα νεύμα που σημαίνει «μπα, τίποτα». Αυτό είναι μόνο καλό ή και λίγο κακό; «Κοιτάξτε, το καλό είναι που σταμάτησαν οι φασαρίες και ηρέμησε ο κόσμος. Από την άλλη, εδώ πάνω υπήρχε μια πραγματικότητα που στήριζε και την οικονομία από τη δική μας πλευρά, και την οικονομία από τη δική τους πλευρά. Με το κλείσιμο του τελωνείου, δεν περνάει κανείς πια, που σημαίνει μηδέν έσοδα για τις επιχειρήσεις που ήταν στον δρόμο και δούλευαν με τους ανθρώπους στα φορτηγά και τους τουρίστες. Μετά ήρθε και ο κορονοϊός… Αλλά και η απέναντι πλευρά υποφέρει, γιατί πολύς κόσμος από τον  Έβρο έκανε βόλτα μέχρι την Αδριανούπολη για τα ψώνια του, από ρουχισμό και ηλεκτρικά είδη μέχρι βενζίνη και πετρέλαιο». Το Πάσχα προβλέπεται μοναχικό για τον κύριο Κώστα: ο αδελφός του ζει στη Γερμανία και δεν πρόλαβε να κατέβει στην Ελλάδα. «Τι να το κάνεις, θάνατος θα είναι αυτό το Πάσχα. Αλλά εμείς εδώ πάνω είμαστε συνηθισμένοι στη μοναξιά».

Μαίρη Ρώσση, Καστανιές
«Όσο είναι εδώ για να μας προστατεύουν, θα είμαστε κι εμείς εδώ»

Κάθε βράδυ, λίγο μετά τις εννέα, γείτονες από τα τελευταία σπίτια του χωριού βγαίνουν έξω και χειροκροτούν τα διερχόμενα αυτοκίνητα και φορτηγά του στρατού, της αστυνομίας, της πυροσβεστικής, αλλά και της Frontex, τα οποία είναι γεμάτα άντρες και γυναίκες που επιστρέφουν στην υπηρεσία τους στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Είναι τα τελευταία 500 μέτρα μέχρι το τελωνείο και ο δρόμος σείεται από τα δυνατά, επίμονα χειροκροτήματα, τις σφυρίχτρες και τα «ευχαριστούμε» που πάνε κι έρχονται. Πολλές φορές τα αυτοκίνητα σταματούν για δευτερόλεπτα, οι πόρτες ανοίγουν και οι φαντάροι ή οι αξιωματικοί ανταποδίδουν τις επευφημίες. «Είμαστε εκεί κάθε βράδυ, και με κρύο και με βροχή», μου λέει η κ. Μαίρη Ρώσση. «Τις προάλλες κατέβηκε ένας Ούγγρος υπάλληλος της Frontex και μου είπε ότι δεν το έχει ξαναζήσει αυτό, πως το συναίσθημα είναι μοναδικό». Αυτό που δεν ξέρουν οι διερχόμενοι ένστολοι είναι ότι για το βράδυ της Ανάστασης η κυρία Ρώσση και οι γειτόνισσές της ετοιμάζουν πακέτα με τσουρέκια και κόκκινα αυγά «για το καλό». Πριν από σχεδόν δύο μήνες, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. «Εδώ ήταν για χρόνια ξέφραγο αμπέλι. Όταν ξέσπασαν οι φασαρίες, φοβηθήκαμε. Όμως, όταν είδαμε το άλλο πρωί την τεράστια κινητοποίηση, νιώσαμε ασφάλεια. Χάρη σε αυτούς τους ανθρώπους μπορούσαμε και κοιμόμασταν ήσυχοι, και δεν θα βγω τώρα να τους χειροκροτήσω για δέκα λεπτά; Σιγά το πράγμα. Όσο είναι εδώ για να μας προστατεύουν, θα είμαστε κι εμείς εδώ για να τους δείχνουμε την ευγνωμοσύνη μας».