test

Ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς Λευκίμης Σουφλίου συμμετείχε το 14ο Διεθνές Συνέδριο Βιογεωγραφίας της Ελλάδας και Γειτονικών Περιοχών που πραγματοποιήθηκε στις 27-30 Ιουνίου στη Θεσσαλονίκη, όπου παρουσίασε την έρευνα που έχει διεξάγει για τη διερεύνηση της πληθυσμιακής πυκνότητας και της κατανομής του ζαρκαδιού στο Εθνικό Πάρκο.

Η παρουσία του ζαρκαδιού στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου έχει πολύπλευρη σημασία. Το είδος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου, ενώ παράλληλα τα ζαρκάδια αποτελούν πολύτιμη τροφική πηγή για διάφορους θηρευτές και τα νεκρά άτομα αποτελούν τροφή για τους γύπες της περιοχής.

Το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus) ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών και αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα ζώα. Έχει πολύ μεγάλη εξάπλωση σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και ευρασιατικό χώρο λόγω του ότι είναι εξαιρετικά ευπροσάρμοστο και ανεκτικό σε πιέσεις ζώο.

Τα αρσενικά ζαρκάδια φύουν κέρατα τα οποία στην αρχή είναι καλυμμένα με βελούδο αλλά στην συνέχεια τρίβοντας τα επάνω σε δέντρα απομακρύνουν την σαρκική αυτή επικάλυψη και μένει το κέρατο. 
Η θήρευσή του επιτρέπεται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη όπου πλέον σε κάποιες εκ των χωρών αυτών, υπάρχουν πολλοί μεγάλοι πληθυσμοί, αλλά απαγορεύεται στην Ελλάδα, γεγονός που εκτιμάται ότι έχει οδηγήσει στην αύξηση του πληθυσμού του τα τελευταία χρόνια, μαζί με την ερήμωση των ορεινών κατοικιών.

Στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου έχουν παρατηρηθεί συνολικά 60-65 είδη θηλαστικών περίπου. Από τα πιο εντυπωσιακά είναι το Ζαρκάδι, εξίσου εντυπωσιακή, όμως, είναι και η απειλούμενη Βίδρα (Lutra lutra) η οποία απαντάται κυρίως κατά μήκος των ρεμάτων, καθώς και ο Λύκος (Canis lupus), η Αγριόγατα (Felis silvestris), το Αγριογούρουνο (Sus scrofa), το Πετροκούναβο (Martes foina), η Νυφίτσα (Mustela nivalis) και ο Ασβός (Meles meles). Πέρα από τα μεγάλα θηλαστικά όμως πολύ σημαντικά είναι και τα μικρά τρωκτικά, τα οποία βρίσκονται σε αφθονία και αποτελούν βασική πηγή τροφής για τα αρπακτικά πουλιά. Σημαντική είναι επίσης και η παρουσία 24 ειδών νυχτερίδων στο Εθνικό Πάρκο. Έξι τουλάχιστον από αυτά τα είδη απαντώνται με σημαντικούς πληθυσμούς εδώ, ενώ όλα προστατεύονται από την εθνική και τη διεθνή νομοθεσία. Οι σπηλιές, καθώς και παλιά ορυχεία της περιοχής χρησιμοποιούνται από τις νυχτερίδες σχεδόν όλο το χρόνο ως καταφύγιο, ενώ μερικά είδη γεννούν εκεί τα μικρά τους κατά τα τέλη της άνοιξης με αρχή καλοκαιριού. Όλες οι επιφάνειες νερού συμπεριλαμβανομένων των μικρών δεξαμενών νερού που έχουν τοποθετηθεί από τη Δασική Υπηρεσία, διάσπαρτες στο δάσος, αποτελούν πολύτιμη πηγή νερού αλλά και τροφής, καθώς σε αυτές συγκεντρώνονται πολλά έντομα. Πολλές νυχτερίδες τρέφονται με έντομα επιβλαβή για τις καλλιέργειες, απαλλάσσοντάς τες από αυτά και βοηθώντας έτσι με έμμεσο τρόπο τη γεωργία.