Οι διοικήσεις των τραπεζών προχωρούν το επόμενο διάστημα σε κλείσιμο 96 ακόμη υποκαταστημάτων σε όλη τη χώρα, μειώνοντας και άλλο το στόχο να παραμείνουν με λιγότερα από 1.000 σε όλη την χώρα.

Η κυβέρνηση, δια του αρμόδιου υφυπουργού  Οικονομικών, κ. Γιώργου Ζαββού, τους έδωσε το πράσινο φως, καθώς από βήματος της Βουλής απέκλεισε το ενδεχόμενο παρέμβασης από την κυβέρνηση ή από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις σχετικές αποφάσεις των τραπεζών..

Οι επιδιώξεις αυτές των τραπεζών θα δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματαστις τοπικές κοινωνίες και τον επιχειρηματικό κόσμο. Στον Νομό μας κλείνουν τραπεζικά υποκαταστήματα στα Δίκαια, Τυχερό Φέρες και «κύριος οίδε» που αλλού.

Συνεχίζουν ακόμα και μέσα στην πανδημία να λειτουργούν με λογική συρρίκνωσης και περικοπής του κόστους, επικαλούμενες την «αλματώδη πρόοδο τηςψηφιοποίησης» και τη «δραστική αλλαγή στις συναλλακτικές συνήθειες της πελατείας» που έφεραν η πανδημία και τα lockdowns.

Τα golden boys ξεχνούν ότι οι «αλματώδεις αυξήσεις» στις ψηφιακές συναλλαγές προέρχονται από τα ιδιαίτερα χαμηλά μεγέθη εκκίνησης. Φαίνεται να αγνοούν ότι το δίκτυο καταστημάτων και το προσωπικό τους είναι ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης με την πελατεία τους και τις τοπικές κοινωνίες.

Οι διοικήσεις των Τραπεζών αδιαφορούν για τις συνεχείς διαμαρτυρίες των τοπικών κοινωνιών για το κλείσιμο των υποκαταστημάτων του δικτύου τους, πολλαπλασιάζοντας την αγανάκτηση των πολιτών, καθώς το τραπεζικό σύστημα, έχει ανακεφαλαιοποιηθεί τρεις φορές με τα χρήματα τους, έχει «προικιστεί» με τις πρόνοιες του «αναβαλλόμενου» φόρου και την παροχή εγγυήσεων του Δημοσίου για τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, μέσω του σχεδίου «Ηρακλής».

Επιφυλάσσουν ανεργία για τους εργαζομένους τους που στήριξαν και στηρίζουν την προσπάθεια ανάκαμψής τους, και προχωρούν στον «απορφανισμό» της υπαίθρου ακόμη και ευαίσθητων εθνικά και ακριτικών περιοχών από τραπεζικά υποκαταστήματα, και μάλιστα εν μέσω πανδημίας,.

Αδιαφορούν για το ότι τουλάχιστον 30% της πελατείας (όχι μόνο οι ηλικιωμένοι, που έχουν και αυτοί δικαίωμα σε ισότιμη και απρόσκοπτη εξυπηρέτηση), αδυνατεί να χρησιμοποιήσει τα εναλλακτικά δίκτυα, όχι μόνο εξαιτίας έλλειψης ψηφιακών γνώσεων και δεξιοτήτων. αλλά και εξαιτίας προβλημάτων στις υποδομές, κόστους σύνδεσης, αλλά και κόστους συναλλαγών, Είναι αδιανόητο να αποκλείονται συνειδητά ολόκληρες κατηγορίες πολιτών ή να επιβαρύνονται δυσανάλογα, προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε αυτές.

Οι διοικήσεις παραβλέπουν ότι ευρωπαϊκές χώρες πολύ πιο προχωρημένες από την χώρα μας στις συναλλακτικές συνήθειες και στην ψηφιακή Τραπεζικήδιατηρούν πολύ μεγαλύτερα δίκτυα και απασχολούν περισσότερους εργαζόμενους, αναλογικά με τον πληθυσμό τους.

Οι συγκρίσεις είναι συντριπτικές:

Με βάση στοιχεία της ΟΤΟΕ στην χώρα μας αντιστοιχεί σήμερα ένας τραπεζοϋπάλ-ληλος σε 292 κατοίκους, ενώ στην Ευρωζώνη ένας σε 185 κατοίκους. Με άλλα λόγια, για να πλησιάσει το τραπεζικό μας σύστημα τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, θα έπρεπε να απασχολεί 37% επιπλέον εργαζόμενους.

Το 2010 είχαμε 41,3 καταστήματα εμπορικών Τραπεζών ανά 100.000 κατοίκους.

Διαβάστε ακόμη  Χριστουγεννιάτικη Αγορά στην Αλεξανδρούπολη από 11/12 ως 9/1

Το 2019 φτάσαμε μόλις 19,2 καταστήματα ανά 100.000 κατοίκους που σήμερα ακόμη λιγότερα, έναντι 38,8 καταστημάτων ανά 100.000 κατοίκους στην Ιταλία, 34,3 στην (ανεπτυγμένη ψηφιακά) Γαλλία, 38,2 στην Πορτογαλία και 49,7 στην Ισπανία.

Το 2019 η αντιστοιχία στην Ευρωζώνη ήταν ένα τραπεζικό κατάστημα ανά2.530 κατοίκους. Στην Ελλάδα (με τις γνωστές γεωγραφικές ιδιομορφίες…) αντιστοιχούσε ένα κατάστημα σε 5.662 κατοίκους.

Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τα ΑΤΜ, που ενώ μπορούν να διευκολύνουν τις συναλλαγές και να καλύψουν έστω μερικά τη συρρίκνωση του δικτύου, είχαμε αναλογικά με τον πληθυσμό μείωση, έναντι αύξησης στην Ε.Ε. το ίδιο διάστημα.

Με βάση τα παραπάνω επίσημα δεδομένα, στην Ελλάδα έχουμε υπερβολική συρρίκνωση του κλάδου, σε σχέση με την αναμφισβήτητα πιο αναπτυγμένη, από άποψη ψηφιακής Τραπεζικής και συναλλακτικών συνηθειών, Ευρώπη.

Το δίκτυο καταστημάτων είχε ήδη δραματικά συρρικνωθεί πριν την πανδημία, με μείωση πάνω από 50% το 2019 έναντι του 2010. Η απασχόληση μειώθηκε κατά 34,3% στο διάστημα 2011-2019, έναντι 14,6% μείωσης, στο ίδιο διάστημα, στην Ευρωζώνη.

Οι Τράπεζες συνεχίζουν να κλείνουν καταστήματα και να πιέζουν σε έξοδο τους εργαζόμενους, εκμεταλλευόμενες την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια των τραπεζοϋπαλλήλων, που γίνεται μεγαλύτερη λόγω της πανδημίας.

Αντί να επενδύσουν σε σχέδια δράσης και λογικές ανάπτυξης, που είναι προϋπόθεση για την εξυγίανση τους και τη βιώσιμη επέκτασής τους, να σταθούν υπεύθυνα στο ρόλο τους με τη στήριξη της χειμαζόμενης οικονομίας και τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης, επιμένουν σε αδιέξοδες λογικές αύξησης της κερδοφορίας μέσω της μείωσης του λειτουργικού κόστους.

Αυτή η στάση αποτελεί πλέον, μείζον αναπτυξιακό, πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα.

Είναι καιρός το δημόσιο να ασκήσει τα δικαιώματά του ως μέτοχος των συστημικών τραπεζών για να δοθεί ένα τέλος σε αυτή την αδιέξοδη πολιτική που στηρίζεται στην περικοπή του δικτύου των καταστημάτων και στη μείωση της απασχόλησης.

Καλούμε την κυβέρνηση και το ΤΧΣ (κύριο μέτοχο) να πάρουν ξεκάθαρα θέση απέναντι σε αυτές τις πρακτικές. Οι Τράπεζες καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην κοινωνία τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την ανάπτυξη.

Πολίτες και  φορείς του Έβρου από κοινού να δώσουμε την μάχη ενάντια στην πολιτική ερήμωσης  του Νομού διεκδικώντας αυτά που μας ανήκουν απ τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που κατανέμονται στους λίγους και ημετέρους χωρίς να ρωτηθεί η τοπική κοινωνία..